Playfm.gr

Ραδιόφωνο και Ειδήσεις Τεχνολογίας

Πιέστε Play να ακούσετε ενώ διαβάζετε τη δημοσίευση...









Αυξημένες συγκεντρώσεις αιωρούμενων σωματιδίων, φορμαλδεΰδης και διοξειδίου του άνθρακα καταγράφηκαν σε σταθμούς του Μετρό και του ΗΣΑΠ, με τις υπόγειες αποβάθρες να εμφανίζονται αισθητά πιο επιβαρυμένες από τους εξωτερικούς χώρους. Τα ευρήματα του Πανελληνίου Κέντρου Οικολογικών Ερευνών επαναφέρουν στο προσκήνιο ένα ζήτημα που απασχολεί και άλλα μεγάλα υπόγεια δίκτυα διεθνώς: τι ακριβώς αναπνέουν επιβάτες και εργαζόμενοι κάτω από την πόλη;

Τις ημέρες του καλοκαιρινού καύσωνα, η κάθοδος σε έναν σταθμό του Μετρό προσφέρει συχνά μια προσωρινή ανάσα από την αποπνικτική ζέστη της Αθήνας. Κάτω από την επιφάνεια της πόλης, όμως, η θερμοκρασία δεν είναι ο μοναδικός παράγοντας που καθορίζει τις συνθήκες στις οποίες εκτίθενται καθημερινά χιλιάδες επιβάτες.

Ένας πολύ λιγότερο ορατός παράγοντας είναι η ποιότητα του αέρα.

Μετρήσεις που πραγματοποίησε το Πανελλήνιο Κέντρο Οικολογικών Ερευνών (ΠΑΚΟΕ) στις 6 Αυγούστου 2026 επαναφέρουν στο προσκήνιο την ατμοσφαιρική επιβάρυνση στις υπόγειες αποβάθρες του αθηναϊκού Μετρό.

Το επιστημονικό συνεργείο πραγματοποίησε επιτόπιους ελέγχους σε εννέα σταθμούς, επιχειρώντας να συγκρίνει τις συνθήκες που επικρατούσαν στις αποβάθρες με εκείνες στους εξωτερικούς χώρους και στις εξόδους.

Οι έλεγχοι πραγματοποιήθηκαν στους σταθμούς Εθνική Άμυνα, Πανόρμου, Ευαγγελισμός, Σύνταγμα, Λαρίσης, Σεπόλια και Μοναστηράκι, καθώς και στους σταθμούς Κάτω Πατήσια και Βικτώρια του ΗΣΑΠ.

Οι παράμετροι που εξετάστηκαν περιλάμβαναν αιωρούμενα σωματίδια PM1, PM2.5 και PM10, φορμαλδεΰδη (HCHO), πτητικές οργανικές ενώσεις (TVOC), διοξείδιο του άνθρακα (CO₂) και ηλεκτρομαγνητικά πεδία.

Η γενική εικόνα που προκύπτει από τα στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν είναι αξιοσημείωτη: σε αρκετούς από τους ρύπους που μετρήθηκαν, οι υπόγειες αποβάθρες εμφανίζουν υψηλότερες συγκεντρώσεις από τα αντίστοιχα εξωτερικά σημεία.

Οι αποβάθρες ως «παγίδες» μικροσωματιδίων

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι μετρήσεις των αιωρούμενων σωματιδίων.

Σύμφωνα με την παρουσίαση των αποτελεσμάτων του ΠΑΚΟΕ, οι συγκεντρώσεις PM1 στις αποβάθρες σχεδόν όλων των σταθμών ήταν υψηλότερες από εκείνες που καταγράφηκαν στις εξόδους, όπου οι τιμές κινούνταν περίπου στα 9–14 μg/m³.

Ακόμη μεγαλύτερη σημασία έχουν τα PM2.5, δηλαδή σωματίδια με αεροδυναμική διάμετρο έως 2,5 μικρόμετρα.

Το εξαιρετικά μικρό τους μέγεθος επιτρέπει σε μέρος αυτών των σωματιδίων να εισχωρεί βαθιά στο αναπνευστικό σύστημα.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε το ΠΑΚΟΕ, στις υπόγειες αποβάθρες καταγράφηκαν σε περιπτώσεις μέσες συγκεντρώσεις PM2.5 της τάξης των 30 έως 100 μg/m³, ενώ στα εξωτερικά σημεία οι συγκεντρώσεις ήταν αισθητά χαμηλότερες, περίπου 12 έως 23 μg/m³.

Οι αριθμοί είναι εντυπωσιακοί, αλλά χρειάζονται σωστή ερμηνεία.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας συστήνει για τα PM2.5 μέση ετήσια συγκέντρωση 5 μg/m³ και μέση συγκέντρωση 24ώρου 15 μg/m³.

Αυτές, όμως, είναι κατευθυντήριες τιμές που αφορούν συγκεκριμένους χρόνους έκθεσης. Δεν είναι επιστημονικά ορθό να παρουσιάζεται μια σύντομη επιτόπια μέτρηση ως άμεση «υπέρβαση του ορίου των 5 μg/m³», καθώς το συγκεκριμένο επίπεδο αφορά ετήσιο μέσο όρο.

Αυτό δεν αναιρεί τη σημασία των ευρημάτων. Αντίθετα, οι υψηλές συγκεντρώσεις που καταγράφονται στιγμιαία αποτελούν λόγο για συστηματικότερη παρακολούθηση, ώστε να διαπιστωθεί ποια είναι η πραγματική μέση έκθεση επιβατών και εργαζομένων.

PM10 έως και 201 μg/m³

Ανάλογη εικόνα παρουσιάζουν τα μεγαλύτερα αιωρούμενα σωματίδια PM10.

Σύμφωνα με τα δημοσιοποιημένα στοιχεία, στις αποβάθρες καταγράφηκαν μέγιστες συγκεντρώσεις που έφτασαν περίπου τα 201 μg/m³, ενώ στις εξόδους των σταθμών οι τιμές ήταν αισθητά χαμηλότερες, περίπου 20 έως 34 μg/m³.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας συστήνει για τα PM10 μέση συγκέντρωση 15 μg/m³ σε ετήσια βάση και 45 μg/m³ ως μέσο όρο 24ώρου.

Και εδώ απαιτείται η ίδια επιστημονική επιφύλαξη: οι κατευθυντήριες τιμές διαφορετικής χρονικής διάρκειας δεν μπορούν να συγκριθούν αυτομάτως με μια σύντομη επιτόπια μέτρηση.

Για τα PM1, αντίθετα, δεν υπάρχει αντίστοιχη επίσημη κατευθυντήρια τιμή του ΠΟΥ. Συνεπώς, η αξία των συγκεκριμένων μετρήσεων βρίσκεται κυρίως στη σύγκριση μεταξύ διαφορετικών σημείων — για παράδειγμα, μεταξύ αποβάθρας και εξωτερικού χώρου.

Η μεταλλική σκόνη που δημιουργείται μέσα στο ίδιο το Μετρό

Η παρουσία αυξημένων συγκεντρώσεων σωματιδίων στα υπόγεια σιδηροδρομικά δίκτυα δεν αποτελεί αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο.

Έρευνες σε Μετρό μεγάλων πόλεων διεθνώς έχουν δείξει ότι οι υπόγειες αποβάθρες μπορούν να εμφανίζουν υψηλότερες συγκεντρώσεις PM2.5 και PM10 από το εξωτερικό αστικό περιβάλλον.

Και υπάρχει ένας σημαντικός λόγος.

Ένα μέρος της σκόνης του Μετρό δημιουργείται μέσα στο ίδιο το σιδηροδρομικό σύστημα.

Η επαφή των μεταλλικών τροχών με τις σιδηροτροχιές, η μηχανική φθορά, τα συστήματα πέδησης και ο ηλεκτρομηχανολογικός εξοπλισμός μπορούν να δημιουργήσουν πολύ μικρά σωματίδια.

Η διεθνής βιβλιογραφία έχει δείξει ότι η σκόνη του Μετρό μπορεί να είναι ιδιαίτερα πλούσια σε σίδηρο και άλλα μέταλλα.

Πρόκειται επομένως για ένα διαφορετικό μίγμα από εκείνο που συναντάται συνήθως στον αέρα ενός δρόμου.

Στην επιφάνεια της πόλης, σημαντικές πηγές αιωρούμενων σωματιδίων είναι η κυκλοφορία των αυτοκινήτων, οι καύσεις, η οδική σκόνη και άλλες αστικές δραστηριότητες.

Στο Μετρό, αντιθέτως, ένα σημαντικό τμήμα των σωματιδίων μπορεί να προέρχεται από την ίδια τη λειτουργία του σιδηροδρόμου.

Το «piston effect» των συρμών

Υπάρχει και ένας δεύτερος μηχανισμός που επηρεάζει την ποιότητα του αέρα.

Όταν ένας συρμός κινείται με ταχύτητα μέσα σε μια στενή σήραγγα, συμπεριφέρεται κατά κάποιον τρόπο σαν έμβολο, ωθώντας μπροστά του μεγάλες ποσότητες αέρα.

Το φαινόμενο είναι γνωστό ως piston effect.

Τα ρεύματα που δημιουργούνται συμβάλλουν στην κυκλοφορία του αέρα μέσα στο υπόγειο δίκτυο, μπορούν όμως ταυτόχρονα να σηκώνουν ξανά σκόνη που έχει κατακαθίσει στις γραμμές, στα τοιχώματα και σε άλλες επιφάνειες.

Έτσι, σωματίδια που είχαν απομακρυνθεί προσωρινά από την ατμόσφαιρα μπορούν να επανέλθουν στον αέρα με την άφιξη του επόμενου συρμού.

Η τελική συγκέντρωση των ρύπων σε κάθε σταθμό εξαρτάται από πολλούς παράγοντες: το βάθος, την αρχιτεκτονική, τον μηχανικό αερισμό, τη συχνότητα των δρομολογίων, τον τύπο των συρμών, τα συστήματα πέδησης, την επιβατική κίνηση και τον καθαρισμό των σηράγγων.

Γι’ αυτό και δύο σταθμοί του ίδιου δικτύου μπορούν να παρουσιάζουν σημαντικά διαφορετική εικόνα.

CO₂ έως 1.174 ppm – τι σημαίνει και τι δεν σημαίνει

Στις μετρήσεις του ΠΑΚΟΕ καταγράφηκαν επίσης αυξημένες συγκεντρώσεις διοξειδίου του άνθρακα στις υπόγειες αποβάθρες, με τιμές που έφτασαν έως τα 1.174 ppm.

Το συγκεκριμένο εύρημα χρειάζεται προσεκτική ερμηνεία.

Μια συγκέντρωση της τάξης των 1.174 ppm δεν σημαίνει ότι το διοξείδιο του άνθρακα βρίσκεται σε επίπεδα οξείας τοξικότητας.

Στους εσωτερικούς χώρους, το CO₂ χρησιμοποιείται συχνά ως δείκτης της σχέσης ανάμεσα στην ανθρώπινη παρουσία και την ανανέωση του αέρα.

Οι άνθρωποι εκπνέουν διοξείδιο του άνθρακα. Όταν λοιπόν πολλοί επιβάτες βρίσκονται ταυτόχρονα σε έναν κλειστό ή ημίκλειστο χώρο, η συγκέντρωση CO₂ αυξάνεται εφόσον ο αερισμός δεν ανανεώνει τον αέρα με ανάλογο ρυθμό.

Επομένως, η διαφορά ανάμεσα στις αποβάθρες και στους εξωτερικούς χώρους αποτελεί κυρίως ένδειξη ότι η επιβατική πυκνότητα και η αποτελεσματικότητα του αερισμού επηρεάζουν αισθητά τις συνθήκες στο υπόγειο δίκτυο.

Φορμαλδεΰδη: το εύρημα που απαιτεί προσεκτική διερεύνηση

Το ΠΑΚΟΕ κατέγραψε επίσης φορμαλδεΰδη (HCHO), αναφέροντας αυξημένες τιμές σε σημεία των σταθμών.

Η φορμαλδεΰδη είναι πτητική οργανική ένωση και μπορεί να προέρχεται από πολλές πηγές εσωτερικών χώρων, όπως ορισμένα δομικά υλικά, κόλλες, επιστρώσεις, έπιπλα και προϊόντα.

Σε υψηλότερες συγκεντρώσεις μπορεί να προκαλέσει ερεθισμό των ματιών, της μύτης και του λαιμού.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει καθορίσει για τη φορμαλδεΰδη στον αέρα εσωτερικών χώρων κατευθυντήρια τιμή 0,1 mg/m³ για έκθεση διάρκειας 30 λεπτών.

Αυτό σημαίνει ότι και εδώ η χρονική διάρκεια της μέτρησης είναι καθοριστική για την αξιολόγηση του αποτελέσματος.

Για να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα σχετικά με τη μακροχρόνια έκθεση των επιβατών, θα απαιτούνταν επαναλαμβανόμενες μετρήσεις σε διαφορετικές ημέρες, ώρες και εποχές, με τυποποιημένη μεθοδολογία και κατάλληλο εργαστηριακό έλεγχο.

Τι έδειξαν οι μετρήσεις ηλεκτρομαγνητικών πεδίων

Στην έρευνα συμπεριλήφθηκαν και μετρήσεις ηλεκτρομαγνητικών πεδίων.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΠΑΚΟΕ, καταγράφηκαν σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ σταθμών και σημείων, με τιμές στις αποβάθρες που σε ορισμένες περιπτώσεις κυμαίνονταν περίπου στα 100–367 nT.

Η ύπαρξη μαγνητικών πεδίων σε ένα ηλεκτροκίνητο σιδηροδρομικό σύστημα δεν αποτελεί από μόνη της έκπληξη.

Συρμοί, καλώδια τροφοδοσίας και ηλεκτρομηχανολογικός εξοπλισμός αποτελούν πηγές ηλεκτρικών και μαγνητικών πεδίων.

Οι αριθμοί, ωστόσο, δεν πρέπει να χαρακτηρίζονται αυτομάτως ως επικίνδυνοι χωρίς να εξετάζονται η συχνότητα, η διάρκεια της έκθεσης, η μέθοδος μέτρησης και τα αντίστοιχα διεθνή όρια.

Τι σημαίνουν όλα αυτά για την ανθρώπινη υγεία

Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον στρέφεται αναπόφευκτα στα αιωρούμενα σωματίδια.

Η έκθεση στην ατμοσφαιρική ρύπανση από PM2.5 και PM10 έχει συνδεθεί από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας και τη διεθνή επιστημονική βιβλιογραφία με επιπτώσεις στο αναπνευστικό και το καρδιαγγειακό σύστημα.

Όσο μικρότερο είναι ένα σωματίδιο τόσο βαθύτερα μπορεί να διεισδύσει στο αναπνευστικό σύστημα.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι μια διαδρομή με το Μετρό ισοδυναμεί αυτομάτως με συγκεκριμένη βλάβη στην υγεία.

Ο πραγματικός κίνδυνος εξαρτάται από πολλούς παράγοντες: τη συγκέντρωση των ρύπων, τη διάρκεια και τη συχνότητα της έκθεσης, τη χημική σύσταση των σωματιδίων και τα ατομικά χαρακτηριστικά του κάθε ανθρώπου.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση των εργαζομένων στο υπόγειο δίκτυο.

Ένας επιβάτης μπορεί να βρίσκεται σε μια αποβάθρα για λίγα λεπτά. Ένας εργαζόμενος, όμως, ενδέχεται να περνά πολλές ώρες καθημερινά στο συγκεκριμένο περιβάλλον.

Ακριβώς γι’ αυτό η συστηματική παρακολούθηση της επαγγελματικής έκθεσης αποτελεί εξίσου σημαντική διάσταση του ζητήματος.

Τι μπορούν να κάνουν οι επιβάτες

Τα ευρήματα δεν σημαίνουν ότι οι πολίτες πρέπει να φοβούνται ή να αποφεύγουν το Μετρό. Πρόκειται άλλωστε για ένα από τα σημαντικότερα μέσα μαζικής μεταφοράς της Αθήνας και η χρήση δημόσιων συγκοινωνιών συμβάλλει συνολικά στον περιορισμό της κυκλοφορίας των αυτοκινήτων και των εκπομπών στην πόλη.

Υπάρχουν, ωστόσο, ορισμένες απλές κινήσεις που μπορούν να περιορίσουν την περιττή έκθεση σε αυξημένες συγκεντρώσεις σωματιδίων, ιδιαίτερα για όσους χρησιμοποιούν το υπόγειο δίκτυο πολλές φορές μέσα στην ημέρα.

Περιορισμός της άσκοπης παραμονής στην αποβάθρα

Όσο μεγαλύτερος είναι ο χρόνος παραμονής σε έναν επιβαρυμένο χώρο τόσο μεγαλύτερη είναι και η συνολική εισπνεόμενη ποσότητα ρύπων.

Όπου είναι πρακτικά δυνατό, επομένως, έχει νόημα να αποφεύγεται η πολύωρη ή άσκοπη αναμονή στις υπόγειες αποβάθρες.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο επιβάτης πρέπει να υπολογίζει την άφιξη του συρμού με ακρίβεια δευτερολέπτου. Σημαίνει απλώς ότι δεν υπάρχει λόγος να παραμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα σε έναν υπόγειο χώρο όταν αυτό μπορεί εύκολα να αποφευχθεί.

Αποφυγή του έντονου συνωστισμού όπου είναι εφικτό

Η μεγάλη συγκέντρωση ανθρώπων επηρεάζει ιδιαίτερα τα επίπεδα διοξειδίου του άνθρακα και αποτελεί ταυτόχρονα πρόσθετη επιβάρυνση για τον αερισμό ενός σταθμού.

Όσοι έχουν τη δυνατότητα να μετακινούνται λίγο πριν ή λίγο μετά τις ώρες αιχμής μπορούν να αποφεύγουν τις συνθήκες του μεγαλύτερου συνωστισμού.

Για τους περισσότερους εργαζομένους, βέβαια, αυτό δεν αποτελεί πάντα ρεαλιστική επιλογή. Γι’ αυτό και η κύρια ευθύνη για την ποιότητα του αέρα δεν μπορεί να μεταφέρεται στον επιβάτη.

FFP2 και KN95: Τι μπορούν να φιλτράρουν και τι όχι

Ένα σημείο που χρειάζεται ιδιαίτερη διευκρίνιση αφορά τις μάσκες υψηλής προστασίας.

Μια σωστά εφαρμοσμένη μάσκα σωματιδιακής προστασίας, όπως μια FFP2 ή KN95, μπορεί να μειώσει σημαντικά την ποσότητα των αιωρούμενων σωματιδίων που εισπνέει ο χρήστης.

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία σε ένα περιβάλλον όπου καταγράφονται αυξημένα PM2.5 και PM10.

Υπάρχει, όμως, ένας σημαντικός περιορισμός:

Οι απλές FFP2 και KN95 είναι σχεδιασμένες για σωματίδια και όχι για την απομάκρυνση αερίων ή οργανικών ατμών.

Επομένως, δεν πρέπει να παρουσιάζονται ως προστασία από τη φορμαλδεΰδη ή άλλες πτητικές οργανικές ενώσεις.

Για την προστασία από συγκεκριμένα αέρια και ατμούς απαιτούνται διαφορετικοί τύποι αναπνευστικής προστασίας με ειδικά φίλτρα, οι οποίοι χρησιμοποιούνται κυρίως σε επαγγελματικά περιβάλλοντα και δεν αποτελούν πρακτική σύσταση για έναν συνηθισμένο επιβάτη του Μετρό.

Η σωστή εφαρμογή της μάσκας έχει επίσης μεγάλη σημασία. Τα κενά γύρω από τη μύτη και τα μάγουλα μειώνουν σημαντικά την πραγματική προστασία.

Ιδιαίτερη προσοχή στις ευάλωτες ομάδες

Άνθρωποι με άσθμα, χρόνια αναπνευστικά νοσήματα ή καρδιαγγειακές παθήσεις ενδέχεται να είναι περισσότερο ευαίσθητοι στις επιπτώσεις της ατμοσφαιρικής ρύπανσης.

Δεν υπάρχει, ωστόσο, μία καθολική οδηγία σύμφωνα με την οποία όλοι όσοι ανήκουν σε κάποια ευπαθή ομάδα πρέπει να αποφεύγουν το Μετρό.

Όποιος παρατηρεί επαναλαμβανόμενα συμπτώματα —όπως δύσπνοια, έντονο βήχα, συριγμό ή ερεθισμό— κατά τη διάρκεια ή μετά από συγκεκριμένες μετακινήσεις είναι προτιμότερο να συμβουλεύεται τον θεράποντα γιατρό του.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η περίπτωση εργαζομένων με αναπνευστικά προβλήματα που περνούν πολλές ώρες καθημερινά σε υπόγειους χώρους, καθώς η επαγγελματική έκθεση είναι πολύ διαφορετική από τη σύντομη έκθεση ενός επιβάτη.

Το πλύσιμο του προσώπου βοηθά, αλλά δεν λύνει το πρόβλημα

Μετά από μια διαδρομή μπορεί να έχει κατακαθίσει σκόνη στο πρόσωπο, στα χέρια ή στα ρούχα.

Το πλύσιμο των χεριών και του προσώπου αποτελεί ούτως ή άλλως καλή πρακτική υγιεινής και μπορεί να απομακρύνει σωματίδια που έχουν επικαθίσει στο δέρμα.

Δεν πρέπει, όμως, να δημιουργείται η εντύπωση ότι με αυτόν τον τρόπο αντιμετωπίζεται η κύρια έκθεση.

Στην περίπτωση των PM2.5, το βασικό ζήτημα είναι η εισπνοή τους όσο βρίσκονται αιωρούμενα στον αέρα.

Επομένως, η αποτελεσματική αντιμετώπιση του προβλήματος πρέπει να πραγματοποιείται πρωτίστως στην πηγή και όχι αφού ο επιβάτης εγκαταλείψει τον σταθμό.

Το πραγματικό ερώτημα: Τι μπορεί να γίνει μέσα στο ίδιο το Μετρό;

Οι ατομικές προφυλάξεις μπορούν να έχουν έναν περιορισμένο ρόλο.

Η ουσιαστική αντιμετώπιση της ρύπανσης των υπόγειων σταθμών, όμως, είναι πρωτίστως ζήτημα υποδομών, τεχνολογίας, συντήρησης και συνεχούς παρακολούθησης.

Και εδώ η διεθνής εμπειρία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

1. Συστηματική μέτρηση της ποιότητας του αέρα

Το πρώτο βήμα είναι να γνωρίζουμε με ακρίβεια τι συμβαίνει.

Μεμονωμένες μετρήσεις μπορούν να λειτουργήσουν ως προειδοποιητική ένδειξη, αλλά δεν αρκούν για να αποτυπώσουν την πραγματική έκθεση των επιβατών σε βάθος χρόνου.

Ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα θα μπορούσε να περιλαμβάνει σταθερούς αισθητήρες σε επιλεγμένες αποβάθρες για συνεχή παρακολούθηση PM2.5, PM10, CO₂ και άλλων παραμέτρων.

Τα δεδομένα θα μπορούσαν να καταγράφονται ανά ώρα και εποχή, ώστε να εντοπίζονται οι σταθμοί και οι χρονικές περίοδοι με τη μεγαλύτερη επιβάρυνση.

Έτσι θα μπορούσε να απαντηθεί και ένα κρίσιμο ερώτημα: οι υψηλές τιμές που εντοπίστηκαν στις 6 Αυγούστου αποτελούν περιστασιακό φαινόμενο ή επαναλαμβάνονται συστηματικά;

2. Καλύτερος αερισμός των υπόγειων χώρων

Ο αποτελεσματικός αερισμός αποτελεί μία από τις σημαντικότερες παραμέτρους για την ποιότητα του αέρα.

Η βελτιστοποίηση των συστημάτων εξαερισμού μπορεί να συμβάλει στην απομάκρυνση συσσωρευμένων ρύπων και στην εισαγωγή καθαρότερου αέρα.

Η λύση, όμως, δεν είναι τόσο απλή όσο το «βάζουμε περισσότερους ανεμιστήρες».

Ο τρόπος με τον οποίο κινείται ο αέρας στις σήραγγες είναι σύνθετος και επηρεάζεται από τους ίδιους τους συρμούς. Ένα σύστημα εξαερισμού πρέπει επομένως να σχεδιάζεται λαμβάνοντας υπόψη τις ροές του αέρα, την αρχιτεκτονική κάθε σταθμού και τις εξωτερικές συνθήκες.

3. Φιλτράρισμα του αέρα

Σε ιδιαίτερα επιβαρυμένα σημεία μπορούν να εξεταστούν συστήματα μηχανικού φιλτραρίσματος που συγκρατούν λεπτά αιωρούμενα σωματίδια.

Η εφαρμογή τέτοιων τεχνολογιών σε έναν μεγάλο υπόγειο σταθμό απαιτεί σημαντική παροχή αέρα και σωστή συντήρηση των φίλτρων.

Δεν αποτελεί επομένως μία φθηνή ή απλή παρέμβαση, αλλά μπορεί να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο σχέδιο βελτίωσης της ποιότητας του αέρα.

4. Συχνότερος και αποτελεσματικότερος καθαρισμός

Η σκόνη που συσσωρεύεται στις γραμμές, στις σήραγγες και στις εγκαταστάσεις μπορεί να επαναιωρείται κάθε φορά που περνά ένας συρμός.

Η απομάκρυνσή της από την πηγή μπορεί συνεπώς να περιορίσει το διαθέσιμο υλικό που επιστρέφει στον αέρα.

Εξειδικευμένος καθαρισμός των σηράγγων και των σιδηροδρομικών εγκαταστάσεων, με τεχνικές που δεν προκαλούν εκ νέου διασπορά της σκόνης, αποτελεί μία από τις παρεμβάσεις που έχουν εξεταστεί διεθνώς.

5. Περιορισμός των σωματιδίων από την πέδηση

Η τεχνολογία των συρμών παίζει επίσης σημαντικό ρόλο.

Τα παραδοσιακά συστήματα μηχανικής πέδησης βασίζονται στην τριβή, η οποία προκαλεί φθορά και δημιουργία σωματιδίων.

Η αναγεννητική πέδηση μπορεί να μειώσει τη χρήση των μηχανικών φρένων σε ορισμένες φάσεις της λειτουργίας, μετατρέποντας μέρος της κινητικής ενέργειας του συρμού σε ηλεκτρική ενέργεια.

Δεν εξαλείφει πλήρως τη μηχανική πέδηση, αλλά η μεγαλύτερη αξιοποίησή της μπορεί να συμβάλει στη μείωση της φθοράς και κατά συνέπεια ορισμένων εκπομπών σωματιδίων.

6. Συντήρηση τροχών και σιδηροτροχιών

Η κατάσταση των μεταλλικών επιφανειών επηρεάζει την τριβή.

Η συστηματική συντήρηση τροχών και σιδηροτροχιών μπορεί να περιορίζει την υπερβολική φθορά και επομένως την παραγωγή μεταλλικών σωματιδίων.

Το ίδιο ισχύει για την επιλογή των υλικών στα φρένα και σε άλλα εξαρτήματα που υπόκεινται σε έντονη τριβή.

7. Θύρες ασφαλείας στις αποβάθρες

Μια περισσότερο σύνθετη τεχνική λύση είναι οι θύρες αποβάθρας, γνωστές διεθνώς ως platform screen doors.

Πρόκειται για τα γυάλινα διαχωριστικά που συναντώνται σε αρκετά νεότερα δίκτυα Μετρό και ανοίγουν μόνο όταν ο συρμός σταματήσει στον σταθμό.

Ο κύριος σκοπός τους είναι η ασφάλεια των επιβατών, μπορούν όμως υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις να συμβάλουν και στον διαχωρισμό του αέρα της σήραγγας από τον χώρο αναμονής.

Η επίδρασή τους στην ποιότητα του αέρα εξαρτάται από τον σχεδιασμό του σταθμού, τον εξαερισμό και το κατά πόσο οι θύρες απομονώνουν πλήρως ή μερικώς τη σήραγγα.

Δεν αποτελούν επομένως «μαγική λύση», αλλά είναι μία τεχνολογία που αξίζει να αξιολογείται στο πλαίσιο ενός συνολικού σχεδιασμού.

Χρειάζεται χημική ανάλυση της σκόνης της Αθήνας

Ένα από τα σημαντικότερα επόμενα βήματα θα ήταν να μη μετρηθεί μόνο πόση σκόνη υπάρχει στους σταθμούς, αλλά και τι ακριβώς περιέχει.

Οι συσκευές μέτρησης PM δείχνουν τη συγκέντρωση των σωματιδίων στον αέρα, δεν απαντούν όμως από μόνες τους στο ερώτημα της χημικής τους σύστασης.

Για αυτό απαιτείται συλλογή δειγμάτων σε φίλτρα και εργαστηριακή ανάλυση.

Μια τέτοια μελέτη θα μπορούσε να προσδιορίσει τις συγκεντρώσεις σιδήρου και άλλων μετάλλων και να βοηθήσει στην ταυτοποίηση των κυριότερων πηγών.

Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να αποσαφηνίσει ποιο ποσοστό των σωματιδίων προέρχεται από τη φθορά τροχών και σιδηροτροχιών, ποιο από τα συστήματα πέδησης και ποιο εισέρχεται στους σταθμούς από τον εξωτερικό αέρα.

Η πληροφορία αυτή είναι κρίσιμη, επειδή διαφορετική πηγή σημαίνει και διαφορετικό τρόπο αντιμετώπισης.

Ένα μόνο πρωινό μετρήσεων δεν αρκεί

Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο σημείο για την ορθή ερμηνεία των ευρημάτων του ΠΑΚΟΕ.

Οι μετρήσεις της 6ης Αυγούστου προσφέρουν ένα στιγμιότυπο της κατάστασης.

Δεν αποτελούν από μόνες τους πλήρη χαρτογράφηση της ποιότητας του αέρα στο Μετρό της Αθήνας.

Οι συγκεντρώσεις μπορεί να μεταβάλλονται σημαντικά ανάλογα με την ώρα, την επιβατική κίνηση, τη συχνότητα των δρομολογίων, τις καιρικές συνθήκες, τον αερισμό και την εποχή του έτους.

Για να γνωρίζουμε ποια είναι η πραγματική έκθεση του μέσου επιβάτη θα απαιτούνταν μετρήσεις επί εβδομάδες ή μήνες.

Ιδανικά, αυτές θα έπρεπε να καλύπτουν πρωινές και απογευματινές ώρες αιχμής, περιόδους χαμηλής κίνησης, εργάσιμες ημέρες και Σαββατοκύριακα, διαφορετικές εποχές του χρόνου, αποβάθρες διαφορετικού βάθους και μετρήσεις μέσα στους ίδιους τους συρμούς.

Θα ήταν επίσης σημαντικό να εξεταστεί ξεχωριστά η έκθεση των εργαζομένων.

Μόνο τότε θα μπορούσε να δημιουργηθεί ένας αξιόπιστος χάρτης της ποιότητας του αέρα στο υπόγειο δίκτυο της Αθήνας.

Το Μετρό παραμένει μέρος της λύσης για την ατμοσφαιρική ρύπανση της πόλης

Υπάρχει παράλληλα μια σημαντική διάσταση που δεν πρέπει να χαθεί μέσα στους ανησυχητικούς αριθμούς.

Το γεγονός ότι μπορεί να υπάρχει πρόβλημα ποιότητας του αέρα σε υπόγειους σταθμούς δεν σημαίνει ότι το Μετρό πρέπει να αντιμετωπίζεται συνολικά ως επιβαρυντικότερο μέσο μεταφοράς για το περιβάλλον.

Οι δημόσιες συγκοινωνίες υψηλής χωρητικότητας μπορούν να μεταφέρουν τεράστιο αριθμό ανθρώπων χωρίς να απαιτείται αντίστοιχος αριθμός ΙΧ στους δρόμους.

Η μείωση της εξάρτησης από το αυτοκίνητο αποτελεί βασικό εργαλείο για τον περιορισμό της κυκλοφοριακής συμφόρησης, των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και της ατμοσφαιρικής ρύπανσης στις πόλεις.

Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι να χρησιμοποιούμε λιγότερο το Μετρό.

Είναι να κάνουμε το Μετρό ακόμη καθαρότερο και ασφαλέστερο για όσους το χρησιμοποιούν και όσους εργάζονται σε αυτό.

Οι εργαζόμενοι είναι αυτοί που χρειάζονται ίσως τη μεγαλύτερη προσοχή

Όταν συζητάμε για την ποιότητα του αέρα στο Μετρό, η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται συνήθως στους επιβάτες.

Υπάρχει όμως μία ομάδα με δυνητικά πολύ μεγαλύτερη διάρκεια έκθεσης: οι εργαζόμενοι.

Ένας καθημερινός επιβάτης μπορεί να βρίσκεται στο υπόγειο δίκτυο συνολικά για μερικές δεκάδες λεπτά.

Ένας εργαζόμενος μπορεί να περνά εκεί σημαντικό μέρος μιας οκτάωρης βάρδιας.

Αυτό αλλάζει δραστικά την έννοια της συνολικής έκθεσης.


Χωρίς κατηγορία